ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Tolterodine/Sandoz 2 mg, καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
Tolterodine/Sandoz 4 mg, καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ένα καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό περιέχει 2 mg τρυγικής
τολτεροδίνης, που αντιστοιχούν σε 1,37 mg τολτεροδίνης.
Ένα καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό περιέχει 4 mg τρυγικής
τολτεροδίνης, που αντιστοιχούν σε 2,74 mg τολτεροδίνης.
Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:
Κάθε καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό των 2 mg περιέχει 32,704-
34,496 mg λακτόζης μονοϋδρικής.
Κάθε καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό των 4 mg περιέχει 65,408-
68,992 mg λακτόζης μονοϋδρικής.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρό
Σκληρά καψάκια ζελατίνης με χρώμα αδιαφανές πράσινο-αδιαφανές πράσινο,
μεγέθους 1, τα οποία περιέχουν δύο λευκά, στρογγυλά, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα
δισκία.
Σκληρά καψάκια ζελατίνης με χρώμα αδιαφανές γαλάζιο-αδιαφανές γαλάζιο,
μεγέθους 1, τα οποία περιέχουν τέσσερα λευκά, στρογγυλά, αμφίκυρτα,
επικαλυμμένα δισκία.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Tolterodine/Sandoz ενδείκνυται για τη θεραπεία των συμπτωμάτων της
επιτακτικού τύπου ακράτειας ούρων και/ή της συχνουρίας και της επιτακτικής
ούρησης, όπως αυτά που μπορούν να εμφανιστούν σε ασθενείς με σύνδρομο
υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης.
4.2 Δ οσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)
Η συνιστώμενη δόση είναι 4 mg μια φορά ημερησίως εκτός από ασθενείς με
ηπατική δυσλειτουργία ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR 30 ml/min) στους
οποίους η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg μια φορά ημερησίως (βλ. παραγράφους 4.4
και 5.2). Σε περίπτωση εμφάνισης ενοχλητικών ανεπιθύμητων ενεργειών η δόση
μπορεί να μειωθεί από 4 mg σε 2 mg μια φορά ημερησίως.
2
Τα σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορούν να ληφθούν με ή
χωρίς τροφή και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.
Μετά την πάροδο 2-3 μηνών θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το αποτέλεσμα της
θεραπείας (βλ. παράγραφο 5.1).
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η αποτελεσματικότητα του Tolterodine/Sandoz στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ.
παράγραφο 5.1). Επομένως, το Tolterodine/Sandoz δε συνιστάται σε παιδιά.
4.3 Αντενδείξεις
Η τολτεροδίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με
- Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που
αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Κατακράτηση ούρων
- Μη ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Βαριά μυασθένεια
- Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
- Τοξικό μεγάκολο.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η τολτεροδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με:
- Σημαντική απόφραξη του ουρηθρικού στομίου της ουροδόχου κύστης με κίνδυνο
κατακράτησης ούρων
- Αποφρακτικές διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα, π.χ. στένωση του
πυλωρού
- Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2)
- Ηπατική νόσο (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2)
- Νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος
- Κήλη του οισοφαγικού τρήματος
- Κίνδυνο για μειωμένη γαστρεντερική κινητικότητα.
Πολλαπλές από στόματος συνολικές ημερήσιες δόσεις τολτεροδίνης άμεσης
αποδέσμευσης 4 mg (θεραπευτικές) και 8 mg (υπερθεραπευτικές) έχει δειχθεί ότι
παρατείνουν το διάστημα QTc (βλ. παράγραφο 5.1). Η κλινική σημασία των
ευρημάτων αυτών δεν είναι σαφής και εξαρτάται από τους υπάρχοντες
παράγοντες κινδύνου και ευπάθειας σε κάθε ασθενή ξεχωριστά.
Η τολτεροδίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες
κινδύνου για παράταση του διαστήματος QT συμπεριλαμβανομένων των:
- Συγγενούς ή τεκμηριωμένης επίκτητης παράτασης του διαστήματος QT
- Ηλεκτρολυτικών διαταραχών όπως υποκαλιαιμίας, υπομαγνησιαιμίας και
υποασβεστιαιμίας
- Βραδυκαρδίας
- Σχετικής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου (δηλ. μυοκαρδιοπάθειας, ισχαιμίας
του μυοκαρδίου, αρρυθμίας, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας)
- Συγχορηγούμενων φαρμάκων για τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το
διάστημα QT, συμπεριλαμβανομένων αντιαρρυθμικών της κατηγορίας ΙΑ (π.χ.
κινιδίνη, προκαϊναμίδη) και κατηγορίας ΙΙΙ (π.χ αμιωδαρόνη, σοταλόλη).
3
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (βλ.
παράγραφο 5.1).
Θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (βλ.
παράγραφο 4.5, Αλληλεπιδράσεις).
Όπως ισχύει με όλες τις θεραπείες για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της
επιτακτικής ούρησης και της επιτακτικού τύπου ακράτειας ούρων, θα πρέπει να
λαμβάνονται υπόψη όλα τα οργανικά τους αίτια πριν από τη θεραπεία.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια
κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή
δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το
φάρμακο.
4.5 μ μ μΑλληλεπιδράσεις ε άλλα φαρ ακευτικά προϊόντα και άλλες ορφές
αλληλεπίδρασης
Η ταυτόχρονη συστηματική φαρμακοθεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του
CYP3A4, όπως τα μακρολιδικά αντιβιοτικά (ερυθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη),
αντιμυκητιασικούς παράγοντες (π.χ. κετοκοναζόλη και ιτρακοναζόλη) και
αντιπρωτεάσες δε συνιστάται λόγω αυξημένης συγκέντρωσης της τολτεροδίνης
στον ορό σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό CYP2D6 με (επακόλουθο) κίνδυνο
υπερδοσολογίας (βλ. παράγραφο 4.4).
Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων με αντιμουσκαρινικές ιδιότητες μπορεί να
προκαλέσει πιο έντονη θεραπευτική δράση και ανεπιθύμητες ενέργειες. Αντίθετα,
η θεραπευτική δράση της τολτεροδίνης μπορεί να μειωθεί με την ταυτόχρονη
χορήγηση αγωνιστών των μουσκαρινικών χολινεργικών υποδοχέων. Η μείωση της
γαστρικής κινητικότητας λόγω των αντιμουσκαρινικών μπορεί να επηρεάσει την
απορρόφηση άλλων φαρμάκων.
Η δράση προκινητικών όπως η μετοκλοπραμίδη και η σισαπρίδη, μπορεί να
μειωθεί από την τολτεροδίνη.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με φλουοξετίνη (ισχυρό αναστολέα του CYP2D6), δεν
προκαλεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση δεδομένου ότι η τολτεροδίνη είναι
ισοδύναμη με τον CYP2D6-εξαρτώμενο μεταβολίτη της, την 5-υδροξυμεθυλο
τολτεροδίνη.
Μελέτες αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα δεν έδειξαν αλληλεπιδράσεις με
βαρφαρίνη ή συνδυασμένα από στόματος αντισυλληπτικά
(αιθυνυλοιστραδιόλη/λεβονοργεστρέλη).
Μία κλινική μελέτη έδειξε ότι η τολτεροδίνη δεν αποτελεί αναστολέα του
μεταβολισμού των CYP2D6, 2C19, 2C9, 3A4 ή 1A2. Επομένως, δεν αναμένεται
αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα
ισοένζυμα, όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με τολτεροδίνη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της τολτεροδίνης σε έγκυες
γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο
5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.
Επομένως, η τολτεροδίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
4
Δεν υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με την απέκκριση της τολτεροδίνης στο μητρικό
γάλα στον άνθρωπο. Η χρήση της τολτεροδίνης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας
πρέπει να αποφεύγεται.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από μελέτες στη γονιμότητα.
4.7 μ μΕπιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισ ού ηχανών
Επειδή αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στην προσαρμογή και
να επηρεάσει το χρόνο αντίδρασης, η ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λόγω της φαρμακολογικής της επίδρασης, η τολτεροδίνη μπορεί να προκαλέσει
ήπιες έως μέτριες αντιμουσκαρινικές δράσεις, π.χ. ξηροστομία, δυσπεψία και
ξηροφθαλμία.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό
σύστημα και ανά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10),
συχνές (≥1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες
(≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν
μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Στον παρακάτω πίνακα αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη χρήση
τολτεροδίνης σε κλινικές μελέτες και από εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του
φαρμάκου. Η ανεπιθύμητη ενέργεια που αναφέρθηκε με τη μεγαλύτερη συχνότητα
ήταν η ξηροστομία, που παρατηρήθηκε στο 23,4% των ασθενών που έλαβαν την
αγωγή τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και στο 7,7% των ασθενών
που έλαβαν το εικονικό φάρμακο.
Κατηγορία
οργανικό
σύστημα
Πολύ
συχνές
( 1/10)
Συχνές
( 1/100 έως <
1/10)
Όχι συχνές
( 1/1.000 έως
< 1/100)
Μη γνωστές
(δεν μπορούν να
εκτιμηθούν με βάση
τα διαθέσιμα
δεδομένα)
Λοιμώξεις
και
παρασιτώσε
ις
Παραρρινοκολπίτι
δα
Διαταραχές
του
ανοσοποιητι
κού
συστήματος
Υπερευαισθησ
ία ΜΑΚ
Αναφυλακτικές
αντιδράσεις
Ψυχιατρικές
διαταραχές
Νευρικότητα Σύγχυση,
ψευδαισθήσεις,
αποπροσανατολισμ
ός
Διαταραχές
του
νευρικού
συστήματος
Ζάλη, υπνηλία,
κεφαλαλγία
Παραισθησία,
διαταραχή
της μνήμης
5
Οφθαλμικές
διαταραχές
Ξηροφθαλμία,
ανώμαλη όραση
(συμπεριλαμβανο
μένων των
διαταραχών
προσαρμογής)
Διαταραχές
του ωτός
και του
λαβυρίνθου
Ίλιγγος
Καρδιακές
διαταραχές
Αίσθημα
παλμών,
καρδιακή
ανεπάρκεια,
αρρυθμία
Ταχυκαρδία
Αγγειακές
διαταραχές
Έξαψη
Διαταραχές
του
γαστρεντερι
κού
συστήματος
Ξηροστομία
Δυσπεψία,
δυσκοιλιότητα,
κοιλιακό άλγος,
μετεωρισμός,
διάρροια
Γαστροοισοφαγική
παλινδρόμηση,
έμετος
Διαταραχές
του
δέρματος
και του
υποδόριου
ιστού
Αγγειοοίδημα,
ξηροδερμία
Διαταραχές
των νεφρών
και των
ουροφόρων
οδών
Δυσουρία Κατακράτηση
ούρων
Γενικές
διαταραχές
και
καταστάσει
ς της οδού
χορήγησης
Κόπωση,
περιφερικό οίδημα
Θωρακικό
άλγος
Έχουν αναφερθεί περιστατικά με επιδείνωση των συμπτωμάτων της άνοιας (π.χ.
σύγχυση, αποπροσανατολισμός, παραληρητική ιδέα) έπειτα από έναρξη θεραπείας
με τολτεροδίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της χολινεστεράσης για τη
θεραπεία της άνοιας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε δύο παιδιατρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά
τυφλές μελέτες φάσης ΙΙΙ, διάρκειας 12 εβδομάδων, στις οποίες εντάχθηκαν
συνολικά 710 παιδιατρικοί ασθενείς, η αναλογία των ασθενών με ουρολοίμωξη,
διάρροια και μη φυσιολογική συμπεριφορά ήταν υψηλότερη σε ασθενείς υπό
θεραπεία με τολτεροδίνη απ' ότι με το εικονικό φάρμακο (ουρολοίμωξη:
τολτεροδίνη 6,8%, εικονικό φάρμακο 3,6%, διάρροια: τολτεροδίνη 3,3%, εικονικό
φάρμακο 0,9%, μη φυσιολογική συμπεριφορά: τολτεροδίνη 1,6%, εικονικό
φάρμακο 0,4%) (βλ. παράγραφο 5.1).
6
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη
συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής
περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η υψηλότερη δόση τρυγικής τολτεροδίνης που έχει δοθεί στον άνθρωπο, σε
εθελοντές, είναι 12,8 mg σε μία εφάπαξ δόση με το σκεύασμα άμεσης
αποδέσμευσης. Τα σοβαρότερα ανεπιθύμητα συμβάντα που παρατηρήθηκαν ήταν
διαταραχές στην προσαρμογή, καθώς και δυσκολία στην ούρηση.
Στην περίπτωση υπερδοσολογίας με τολτεροδίνη, εφαρμόζεται πλύση στομάχου
και χορηγείται ενεργός άνθρακας. Τα συμπτώματα αντιμετωπίζονται ως εξής:
- Σοβαρές κεντρικές αντιχολινεργικές δράσεις (π.χ. ψευδαισθήσεις, σοβαρή
διέγερση): χορηγείται φυσοστιγμίνη
- Σπασμοί ή έντονη διέγερση: χορηγούνται βενζοδιαζεπίνες
- Αναπνευστική ανεπάρκεια: εφαρμόζεται τεχνητή αναπνοή
- Ταχυκαρδία: χορηγούνται β-αποκλειστές
- Κατακράτηση ούρων: αντιμετωπίζεται με καθετηριασμό
- Μυδρίαση: χορηγούνται οφθαλμικές σταγόνες πιλοκαρπίνης ή/και ο ασθενής
μεταφέρεται σε σκοτεινό δωμάτιο
Αύξηση του διαστήματος QT παρατηρήθηκε με συνολική ημερήσια δόση 8 mg
τολτεροδίνης άμεσης αποδέσμευσης (δύο φορές τη συνιστώμενη ημερήσια δόση με
το σκεύασμα άμεσης αποδέσμευσης και ισοδύναμη με τρεις φορές τη μέγιστη
έκθεση με το σκεύασμα των καψακίων παρατεταμένης αποδέσμευσης)
χορηγούμενη σε διάστημα τεσσάρων ημερών. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με
τολτεροδίνη, πρέπει να λαμβάνονται τα συνήθη υποστηρικτικά μέτρα για την
αντιμετώπιση της παράτασης του διαστήματος QT.
5. ΔΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι ΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 μ μ Φαρ ακοδυνα ικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ουρογεννητικό σύστημα και ορμόνες του φύλου
7
Φαρμακοθεραπευτική υποκατηγορία: Αντισπασμωδικά του
ουροποιητικού
Κωδικός ATC: G04B D07
Μηχανισμός δράσης
Η τολτεροδίνη είναι συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών
υποδοχέων, που εμφανίζει επιλεκτικότητα για την ουροδόχο κύστη σε σύγκριση με
τους σιελογόνους αδένες in vivo. Ένας από τους μεταβολίτες (το 5-υδροξυμεθυλο
παράγωγο) της τολτεροδίνης εμφανίζει φαρμακολογικό προφίλ δράσης παρόμοιο
με εκείνο της μητρικής ένωσης. Σε άτομα με εκτενή μεταβολισμό, ο μεταβολίτης
αυτός συμβάλλει σημαντικά στη θεραπευτική δράση (βλ. παράγραφο 5.2).
Το αποτέλεσμα της θεραπείας μπορεί να αναμένεται εντός 4 εβδομάδων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Στο πρόγραμμα Φάσης ΙΙΙ, το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν η μείωση των
επεισοδίων ακράτειας ανά εβδομάδα και τα δευτερεύοντα τελικά σημεία ήταν η
μείωση των επεισοδίων ούρησης ανά 24ωρο και η αύξηση του μέσου
αποβαλλόμενου όγκου ανά ούρηση. Οι παράμετροι αυτές απεικονίζονται στον
ακόλουθο πίνακα.
Επίδραση της θεραπείας με καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης τολτεροδίνης
4 mg μια φορά ημερησίως μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με εικονικό
φάρμακο. Απόλυτη μεταβολή και ποσοστιαία μεταβολή σε σύγκριση με την αρχική
εκτίμηση. Διαφορά θεραπείας μεταξύ τολτεροδίνης και εικονικού φαρμάκου:
Εκτίμηση μέσης μεταβολής με τη μέθοδο των Ελαχίστων Τετραγώνων και
διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ) 95%.
Καψάκια
παρατεταμ
ένης
αποδέσμευ
σης
τολτεροδίν
ης 4mg
μία φορά
ημερησίως
(n=507)
Εικονικ
ό
φάρμακ
ο
(n=508)
Διαφορά θεραπείας
έναντι εικονικού
φαρμάκου:
Μέση μεταβολή και
95% ΔΕ
Στατιστική
σημαντικότ
ητα έναντι
εικονικού
φαρμάκου
(τιμή p)
Αριθμός
επεισοδίων
ακράτειας
ανά εβδομάδα
-11,8
(-54%)
-6,9
(-28%)
-4,8
(-7,2 / -2,5)*
<0,001
Αριθμός
ουρήσεων ανά
24 ώρες
-1,8
(-13%)
-1,2
(-8%)
-0,6
(-1,0 / -0,2)
0,005
Μέσος
αποβαλλόμενο
ς όγκος ανά
ούρηση (ml)
+34
(+27%)
+14
(+12%)
+20
(14 / 26)
<0,001
*) 97,5% διάστημα εμπιστοσύνης κατά Bonferroni
Μετά από θεραπεία 12 εβδομάδων, το 23,8% (121/507) στην ομάδα της
τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης 4 mg και το 15,7% (80/508) στην
ομάδα του εικονικού φαρμάκου ανέφεραν ότι υποκειμενικά δεν παρουσίαζαν
καθόλου ή παρουσίαζαν ελάχιστα προβλήματα ουροδόχου κύστης.
8
Η δράση της τολτεροδίνης εκτιμήθηκε σε ασθενείς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε
ουροδυναμικό έλεγχο κατά την έναρξη και ανάλογα με το ουροδυναμικό
αποτέλεσμα, κατανεμήθηκαν σε ουροδυναμικά θετική ομάδα (κινητικού τύπου
επιτακτική ούρηση) ή σε ουροδυναμικά αρνητική ομάδα (αισθητικού τύπου
επιτακτική ούρηση). Σε κάθε ομάδα, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν
είτε τολτεροδίνη είτε εικονικό φάρμακο. Η μελέτη αυτή δεν έδωσε πειστικές
αποδείξεις για την αποτελεσματικότητα της τολτεροδίνης σε ασθενείς με
αισθητικού τύπου επιτακτική ούρηση σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.
Οι κλινικές επιδράσεις της τολτεροδίνης στο διάστημα QT μελετήθηκαν σε ΗΚΓ
που λήφθηκαν σε περισσότερους από 600 ασθενείς υπό θεραπεία,
συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων ασθενών και ασθενών με προϋπάρχουσα
καρδιαγγειακή νόσο. Οι μεταβολές στο διάστημα QT δεν διέφεραν σε σημαντικό
βαθμό μεταξύ της ομάδας του εικονικού φαρμάκου και της ομάδας θεραπείας.
H επίδραση της τολτεροδίνης στην παράταση του διαστήματος QT διερευνήθηκε
περαιτέρω σε 48 υγιείς άντρες και γυναίκες εθελοντές, ηλικίας 18-55 ετών. Τα
άτομα έλαβαν τολτεροδίνη άμεσης αποδέσμευσης 2 mg δύο φορές ημερησίως και 4
mg δύο φορές ημερησίως. Τα αποτελέσματα (διορθωμένα κατά Fridericia) στη
μέγιστη συγκέντρωση τολτεροδίνης (1 ώρα) έδειξαν αυξήσεις του μέσου
διαστήματος QTc κατά 5,0 και 11,8 msec στις δόσεις τολτεροδίνης 2 mg και 4 mg
δύο φορές την ημέρα αντιστοίχως και 19,3 msec με τη μοξιφλοξασίνη (400 mg), η
οποία χρησιμοποιήθηκε ως ενεργός, εσωτερικός μάρτυρας. Ένα
φαρμακοκινητικό/φαρμακοδυναμικό μοντέλο υπολόγισε ότι η αύξηση του
διαστήματος QTc σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6) που
έλαβαν τολτεροδίνη 2 mg δύο φορές ημερησίως, είναι συγκρίσιμη με αυτή που
παρατηρήθηκε σε άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό τα οποία έλαβαν 4 mg δύο
φορές ημερησίως. Και στις δύο δοσολογίες τολτεροδίνης, κανένα άτομο,
ανεξαρτήτως μεταβολικού προφίλ, δεν ξεπέρασε τα 500 msec απόλυτου QTcF ή
μεταβολή 60 msec από την έναρξη, τα οποία θεωρούνται κλινικά σημαντικά όρια. Η
δοσολογία των 4 mg δύο φορές την ημέρα, αντιστοιχεί σε μέγιστη έκθεση (C
max
)
τρεις φορές μεγαλύτερη αυτής που επιτυγχάνεται στην υψηλότερη θεραπευτική
δόση των καψακίων τολτερονίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης 4 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν έχει αποδειχθεί. Δύο
παιδιατρικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά τυφλές
μελέτες, φάσης ΙΙΙ, διάρκειας 12 εβδομάδων, διεξήχθησαν χρησιμοποιώντας
καψάκια τολτεροδίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μελετήθηκαν συνολικά 710
παιδιατρικοί ασθενείς (486 σε θεραπεία με τολτεροδίνη και 224 σε θεραπεία με
εικονικό φάρμακο) ηλικίας 5-10 ετών, με συχνουρία και ακράτεια ούρων
επιτακτικού τύπου. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο
ομάδων, σε καμία από τις δύο μελέτες, ως προς την αλλαγή από την αρχική
αξιολόγηση του συνολικού αριθμού των επεισοδίων ακράτειας/εβδομάδα (βλ.
παράγραφο 4.8).
5.2 μ Φαρ ακοκινητικές ιδιότητες
Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά ειδικά για αυτό το σκεύασμα
Τα σκληρά καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης της τολτεροδίνης παρέχουν
βραδύτερη απορρόφηση της τολτεροδίνης απ’ ότι τα δισκία άμεσης αποδέσμευσης.
Σαν αποτέλεσμα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό παρατηρούνται 4 (2-6) ώρες
μετά τη χορήγηση των καψακίων. Ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής της
τολτεροδίνης όταν χορηγείται ως καψάκια είναι περίπου 6 ώρες σε άτομα με
εκτεταμένο μεταβολισμό και περίπου 10 ώρες σε άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό
9
(με ανεπάρκεια CYP2D6). Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης
επιτυγχάνονται εντός 4 ημερών από τη χορήγηση των καψακίων.
Δεν υπάρχει επίδραση της τροφής στη βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων.
Απορρόφηση
Μετά την από στόματος χορήγηση η τολτεροδίνη υπόκειται σε μεταβολισμό
πρώτης διόδου στο ήπαρ που καταλύεται από CYP2D6 και που έχει σαν
αποτέλεσμα το σχηματισμό του 5-υδροξυμεθυλο παραγώγου, ενός μείζονος
φαρμακολογικά ισοδύναμου μεταβολίτη.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της τολτεροδίνης είναι 17% σε άτομα με εκτεταμένο
μεταβολισμό, που αποτελούν την πλειονότητα των ασθενών και 65% σε άτομα με
ανεπαρκή μεταβολισμό (με ανεπάρκεια CYP2D6).
Κατανομή
Η τολτεροδίνη και ο 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης συνδέονται αρχικά με το
οροσοβλεννώδες. Τα αδέσμευτα κλάσματα είναι 3,7% και 36% αντίστοιχα. Ο
όγκος κατανομής της τολτεροδίνης είναι 113 l.
Αποβολή
Η τολτεροδίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ μετά την από στόματος
χορήγηση. Η κύρια μεταβολική οδός προάγεται με τη μεσολάβηση του
πολυμορφικού ενζύμου CYP2D6 και οδηγεί στο σχηματισμό του 5-υδροξυμεθυλο
μεταβολίτη. Περαιτέρω μεταβολισμός οδηγεί στο σχηματισμό του 5-καρβοξυλικού
οξέος και Ν-αφαλκυλιωμένου 5-καρβοξυλικού οξέος, που αντιστοιχούν στα 51%
και 29% των μεταβολιτών που ανακτώνται στα ούρα, αντίστοιχα. Ένας
υποπληθυσμός (περίπου 7%) στερείται της δράσης του CYP2D6. Η ταυτοποιημένη
μεταβολική οδός γι' αυτά τα άτομα (ανεπαρκείς σε μεταβολισμό) είναι η
αφαλκυλίωση μέσω CYP3A4 σε Ν-αφαλκυλιωμένη τολτεροδίνη, η οποία δε
συμβάλλει στο κλινικό αποτέλεσμα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός αναφέρεται ως
άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό. Η συστηματική κάθαρση της τολτεροδίνης σε
άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό είναι περίπου 30 L/ώρα. Σε άτομα με ανεπαρκή
μεταβολισμό η μειωμένη κάθαρση οδηγεί σε σημαντικά υψηλότερες
συγκεντρώσεις της τολτεροδίνης στον ορό (περίπου 7-πλάσιες) ενώ
παρατηρούνται αμελητέες συγκεντρώσεις του 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη.
Ο 5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά δραστικός και ισοδύναμης
δραστικότητας με την τολτεροδίνη. Λόγω των διαφορών της τολτεροδίνης και του
5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη της στα χαρακτηριστικά δέσμευσης με πρωτεΐνες, η
έκθεση UC) σε μη δεσμευμένη τολτεροδίνη για άτομα με ανεπαρκή μεταβολισμό
είναι παρόμοια με τη συνδυασμένη έκθεση σε μη δεσμευμένη τολτεροδίνη και στον
5-υδροξυμεθυλο μεταβολίτη για ασθενείς με δραστικότητα CYP2D6 που έχουν
πάρει τα ίδια δοσολογικά σχήματα. Η ασφάλεια, η ανοχή, και η κλινική
ανταπόκριση είναι παρόμοιες ανεξάρτητα από το φαινότυπο.
Η απέκκριση ραδιενέργειας έπειτα από χορήγηση [14C]-τολτεροδίνης είναι
περίπου 77% στα ούρα και 17% στα κόπρανα. Λιγότερο από το 1% της δόσης
ανακτάται ως αμετάβλητο φάρμακο και περίπου 4% ως 5-υδροξυμέθυλο
μεταβολίτης. Ο καρβοξυλιωμένος μεταβολίτης και ο αντίστοιχος αφαλκυλιωμένος
μεταβολίτης αντιστοιχούν σε περίπου 51% και 29% της ποσότητας που ανακτάται
στα ούρα, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική στα όρια της θεραπευτικής δοσολογίας.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία:
10
Περίπου διπλάσια έκθεση σε αδέσμευτη τολτεροδίνη και στον 5-υδροξυμέθυλο
μεταβολίτη παρατηρείται σε άτομα με κίρρωση του ήπατος (βλ. παραγράφους 4.2
και 4.4).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η μέση έκθεση σε αδέσμευτη τολτεροδίνη και στο 5-υδροξυμέθυλο μεταβολίτη
είναι διπλάσια σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση ινουλίνης
GFR 30 ml/min). Τα επίπεδα άλλων μεταβολιτών στο πλάσμα ήταν ιδιαίτερα
αυξημένα (έως 12-πλάσια) σ' αυτούς τους ασθενείς. Η κλινική σημασία της
αυξημένης έκθεσης σε αυτούς τους μεταβολίτες είναι άγνωστη. Δεν υπάρχουν
στοιχεία στην ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.2 και
4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η έκθεση στη φαρμακολογικά δραστική ουσία σε mg δόσης είναι παρόμοια σε
ενηλίκους και εφήβους. Η μέση έκθεση στη φαρμακολογικά δραστική ουσία σε mg
δόσης είναι περίπου 2 φορές υψηλότερη σε παιδιά 5-10 χρόνων απ' ότι σε
ενηλίκους (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.1).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Στις μελέτες τοξικότητας, γονοτοξικότητας, καρκινογένεσης και φαρμακολογικής
ασφάλειας δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σημαντική δράση, εκτός από εκείνες
που σχετίζονται με τη φαρμακολογική δράση του φαρμάκου.
Μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας έχουν διεξαχθεί σε ποντίκια και κουνέλια.
Στα ποντίκια, δεν προέκυψε καμιά επίδραση της τολτεροδίνης στη γονιμότητα ή
στην αναπαραγωγική λειτουργία. Η τολτεροδίνη προκάλεσε θάνατο του εμβρύου
και δυσπλασίες στο έμβρυο σε επίπεδα πλάσματος (C
max
ή AUC) 20 ή 7 φορές
υψηλότερα από εκείνα που παρατηρούνται σε ανθρώπους υπό θεραπεία.
Στα κουνέλια, δεν παρατηρήθηκαν δυσπλασίες σε επίπεδα έκθεσης πλάσματος
(C
max
ή AUC) 20 ή 3 φορές υψηλότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ανθρώπους
υπό θεραπεία.
Η τολτεροδίνη καθώς και οι δραστικοί για τον άνθρωπο μεταβολίτες της
παρατείνουν τη διάρκεια του δυναμικού ενέργειας (επαναπόλωση 90%) στις ίνες
του purkinje των σκύλων (14-75 φορές τα θεραπευτικά επίπεδα) και παρεμποδίζουν
το ρεύμα Κ+ σε διαύλους κλωνοποιημένου ανθρώπινου γονιδίου hERG (ether-a-go-go-
related gene)(0,5-26,1 φορές τα θεραπευτικά επίπεδα). Σε σκύλους παρατηρήθηκε
παράταση του διαστήματος QT μετά την εφαρμογή της τολτεροδίνης και των
μεταβολιτών της στον άνθρωπο (3,1-61,0 φορές το θεραπευτικό επίπεδο). Η
κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών είναι άγνωστη.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
μ Λακτόζη ονοϋδρική
μ Κυτταρίνη ικροκρυσταλλική
Πολυβινυλεστέρας οξικός
Ποβιδόνη
11
Πυριτίου οξείδιο
Νάτριο λαουρυλοθειικό
Νάτριο δοκουσικό
Μαγνήσιο στεατικό (E470b)
μΥδροξυπροπυλο εθυλοκυτταρίνη
: Σύνθεση καψακίου
- μ (Ινδικοκαρ ίνιο E132)
- (μ 2 Κίτρινο κινολίνης όνο στην περιεκτκότητα των mg) (E104)
- (Τιτανίου διοξείδιο E171)
- Ζελατίνη
μ : Επικάλυψη αποτελού ενη από
- Αιθυλοκυτταρίνη
- Τριαιθυλεστέρας κιτρικός
- μ μ μ -Συ πολυ ερές εθακρυλικού οξέος μ ακρυλικού εθυλεστέρα
- 1,2-Προπυλενογλυκόλη
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες
Φιάλη HDPE: Η διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα είναι 200 ημέρες.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη
των 25
ο
C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Χάρτινο κουτί που περιέχει ανάλογο αριθμό κυψελών (blisters) από διάφανο φύλλο
PVC/PE/PVDC Αλουμινίου-Αλουμινίου και ένα φύλλο οδηγιών χρήσης.
Συσκευασίες για τα καψάκια των 2 mg:
Συσκευασίες κυψέλης (blister) που περιέχουν: 7, 14, 28, 30, 49, 50, 56, 80, 84,
90, 98, 100, 112, 160, 280, 320 καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
Συσκευασίες για τα καψάκια των 4 mg:
Συσκευασίες κυψέλης (blister) που περιέχουν: 7, 14, 28, 30, 49, 50, 56, 80, 84,
90, 98, 100, 112, 160, 280, 320 καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
Χάρτινο κουτί το οποίο περιέχει μία λευκή αδιαφανή φιάλη από υψηλής
πυκνότητας πολυαιθυλένιο (HDPE) με ανάλογο αριθμό καψακίων με βιδωτό πώμα
και ένα φύλλο οδηγιών χρήσης.
Συσκευασίες των: 30, 60, 100 και 200 καψακίων
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
12
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση. Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα
πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές
διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Sandoz GmbH,
Biochemiestraße 10
6250 Kundl, Αυστρία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Tolterodine/Sandoz 2 mg, καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
24030
Tolterodine/Sandoz 4 mg, καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
24031
9. / ΔΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α ΕΙΑΣ
Tolterodine/Sandoz 2 mg, καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 12 Ιουνίου 2013
Tolterodine/Sandoz 4 mg, καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 12 Ιουνίου 2013
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Συμπληρώνεται σε εθνικό επίπεδο.
13