
Η μειωμένη ηπατική λειτουργία επηρεάζει την απέκκριση των
κορτικοστεροειδών. Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης μετά από
ενδοφλέβια χορήγηση είναι ωστόσο παρόμοια σε κυρωτικούς ασθενείς και
σε υγιή άτομα.
Μετά από του στόματος, χορήγηση, η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης,
επηρεάστηκε από την μειωμένη ηπατική λειτουργία όπως αποδείχθηκε
από την αυξημένη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα. Ωστόσο, το γεγονός
αυτό είναι μικρής κλινικής σημασίας για το ABELITAN Nasal spray Aqua,
καθώς μετά από μια εισπνοή η συνεισφορά του ABELITAN Nasal spray
Aqua στη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της βουδεσονίδης είναι πολύ
μικρή.
Ιδιαίτερη προσοχή μπορεί να απαιτείται σε ασθενείς με πνευμονική
φυματίωση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με ρινικές λοιμώξεις,
μυκητιασικής ή ιογενούς αιτιολογίας, και βακτηριακή ιγμορίτιδα, οι οποίες
πρέπει να θεραπεύονται εκ παραλλήλου καταλλήλως.
Τα παιδιά υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία είναι πιο επιρρεπή σε
λοιμώξεις απ’ ότι τα υγιή. Για παράδειγμα, νοσήματα όπως η ανεμοβλογιά
ή η ιλαρά μπορεί να έχουν σοβαρότερη ή και θανατηφόρα πορεία σε
παιδιά υπό ανοσοκαταστολή με γλυκοκορτικοειδή. Στα παιδιά αυτά ή σε
ενήλικους που δεν έχουν ανοσία σ’ αυτά τα νοσήματα, θα πρέπει ν’
αποφεύγεται με ιδιαίτερη προσοχή τυχόν έκθεσή τους. Σε περίπτωση που
εκτεθούν σε μόλυνση, μπορεί να θεωρηθεί ενδεδειγμένη η χρήση
ανοσοσφαιρίνης έναντι της ανεμοβλογιάς/ ζωστήρα ή ανοσοσφαιρίνης
συλλεγείσης από πολλά άτομα, ενδοφλεβίως. Σε περίπτωση εμφάνισης
ανεμοβλογιάς μπορεί να τεθεί θέμα θεραπείας με αντιικούς παράγοντες.
Ιδιαίτερη επίσης προσοχή χρειάζονται οι ασθενείς εκείνοι οι οποίοι
μετατάσσονται από τα συστηματικώς χορηγούμενα κορτικοειδή σε
ABELITAN Nasal spray Aqua, οπότε και είναι δυνατόν να παρατηρηθούν
διαταραχές του άξονα υποθάλαμος – υπόφυση – επινεφρίδια. Η
συγχορήγηση ABELITAN Nasal spray Aqua με άλλο στεροειδές για
εισπνοές από του στόματος, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης
σημείων ή συμπτωμάτων υπερδοσολογίας από κορτικοστεοειδή και / ή
καταστολής του άξονα ΥΥΕ.
Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται άλλο στεροειδές για εισπνοές από του
στόματος, θα πρέπει να προσαρμόζεται το άθροισμα της δοσολογίας από
τη μύτη και το στόμα, ώστε να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες
των στεροειδών ιδίως στα παιδιά.
Στη διάρκεια μακροχρόνιας αγωγής θα πρέπει να ελέγχεται ο ρινικός
βλεννογόνος, κάθε 6 μήνες έως ότου αποκτηθεί περισσότερη εμπειρία δεν
συνιστάται μακροχρόνια θεραπεία σε παιδιά.
Τα κατωτέρω ισχύουν γενικώς για τα κορτικοειδή :
Η μακροχρόνια χορήγηση γλυκοκορτικοειδών οδηγεί, όπως
προαναφέρθηκε σε καταστολή του άξονα ΥΥΕ, δηλαδή σε αναστολή της
φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας. Ο βαθμός της αναστολής αυτής εξαρτάται
από τη δόση, την ισχύ του χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς, τη
συχνότητα και τον χρόνο χορήγησης του στη διάρκεια του 24ώρου, την