ήταν θετική. Σε μία
in vitro
μελέτη σε ανθρώπινα λεμφοκύτταρα και σε
in vivo
μελέτες του μικροπυρήνα μετά από επανειλημμένη από το στόμα χορήγηση
δόσεων του φαρμάκου σε αρουραίους και ποντικούς, παρατηρήθηκε
κλαστογονική επίδραση. Μια
in vivo
κυτταρογενετική μελέτη σε αρουραίους
δεν έδειξε χρωμοσωματικές βλάβες. Σε μια μελέτη λεμφοκυττάρων του
περιφερικού αίματος σε ένδεκα ασθενείς με AIDS βρέθηκε μεγαλύτερη
συχνότητα χρωμοσωμικής διάσπασης στους ασθενείς που είχαν πάρει
Retrovir, από ότι σε εκείνους που δεν είχαν. Μία πιλοτική μελέτη έδειξε ότι η
ζιδοβουδίνη ενσωματώθηκε στο πυρηνικό DNA των λευκοκυττάρων σε
ενήλικες, περιλαμβανομένων και εγκύων γυναικών, που έλαβαν ζιδοβουδίνη
σαν θεραπεία για την HIV-1 λοίμωξη, ή για την πρόληψη της μετάδοσης του
ιού από τη μητέρα στο παιδί. Η ζιδοβουδίνη ενσωματώθηκε επίσης στο DNA
των λευκοκυττάρων του πλακούντα νεογνών των οποίων οι μητέρες
ελάμβαναν ζιδοβουδίνη.
Μία μελέτη διαπλακουντιακής γονιδιοτοξικότητας που έγινε σε πιθήκους
σύγκρινε τη ζιδοβουδίνη μόνη της με τον συνδυασμό ζιδοβουδίνης και
λαμιβουδίνης σε ανθρώπινα ισοδύναμες εκθέσεις. Η μελέτη έδειξε ότι τα
έμβρυα που εκτέθηκαν ενδομήτρια στον συνδυασμό, παρουσίασαν υψηλότερα
επίπεδα ενσωμάτωσης του νουκλεοσιδικού αναλόγου στο DNA πολλών
εμβρυϊκών οργάνων και παρείχε ένδειξη μεγαλύτερης βράχυνσης των
τελομερών από ότι εμφανίζεται σε αυτά που εκτέθηκαν μόνο σε ζιδοβουδίνη.
Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη.
Καρκινογόνος δράση
Σε μελέτες καρκινογόνου δράσης με ζιδοβουδίνη από του στόματος σε
ποντίκια και αρουραίους, παρατηρήθηκε όψιμη εμφάνιση όγκων του επιθηλίου
του κόλπου. Μία μεταγενέστερη μελέτη καρκινογόνου δράσης ενδοκολπικά,
επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι οι κολπικοί όγκοι ήταν αποτέλεσμα μακράς
διάρκειας τοπικής έκθεσης του κολπικού επιθηλίου του τρωκτικού σε υψηλές
συγκεντρώσεις αμεταβόλιστης ζιδοβουδίνης στα ούρα. Δεν παρατηρήθηκαν
άλλοι όγκοι σχετιζόμενοι με το φάρμακο σε κανένα φύλλο των δύο ειδών.
Επιπροσθέτως, διεξήχθησαν δύο μελέτες καρκινογόνου δυναμικού σε ποντίκια,
σε σχέση με την διαπλακουντιακή διέλευση του φαρμάκου. Μία μελέτη, από το
Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ, χορήγησε ζιδοβουδίνη σε μέγιστες
δόσεις ανεκτικότητας σε ποντίκια εγκύους από την 12η έως την 18η ημέρα
της κυοφορίας. Ένα έτος μετά τον τοκετό, αυξήθηκε η συχνότητα των όγκων
στον πνεύμονα, ήπαρ και στο γεννητικό σύστημα των θηλέων νεογνών, τα
οποία εκτέθηκαν στις υψηλότερες δόσεις (420 mg/kg σωματικού βάρους κατά
τη γέννηση).
Σε μία δεύτερη μελέτη, χορηγήθηκε ζιδοβουδίνη σε ποντίκια για 24 μήνες, σε
δόσεις έως και 40 mg/kg, με την έκθεση να ξεκινά πριν τον τοκετό κατά τη
10η ημέρα της κυοφορίας. Τα ευρήματα που οφείλονται στη θεραπεία, ήταν
περιορισμένα σε όγκους του επιθηλίου του κόλπου, όψιμης εμφάνισης, τα
οποία είχαν παρατηρηθεί με παρόμοια συχνότητα και χρόνο εμφάνισης, όπως
και στην συνήθη μελέτη καρκινογόνου δυναμικού από το στόμα. Η δεύτερη
μελέτη δεν απέδειξε ότι η ζιδοβουδίνη δρα ως καρκινογόνος παράγοντας στο
έμβρυο, σαν αποτέλεσμα της διαπλακουντιακής διέλευσής της.